16 Ιουλίου, 2024

Ομιλία του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην τελετή απονομής δημοσιογραφικών βραβείων του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων

Ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ήταν ο κεντρικός ομιλητής στην τελετή απονομής δημοσιογραφικών βραβείων του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων στο προεδρικό Μέγαρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρουσία του Προέδρου κ. Νίκου Χριστοδουλίδη και της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου, κ. Αννίτας Δημητρίου.
Ακολουθεί η ομιλία του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη:

«Κύριε Πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας,
Κυρία Πρόεδρε της Βουλής,
Κυρίες και Κύριοι υπουργοί,
Θεοφιλέστατε,
κύριε Πρόεδρε του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων,
Κυρίες και Κύριοι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου,
Κύριε πρόεδρε του ΔΣ του ΑΠΕ-ΜΠΕ,
φίλες και φίλοι,
θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα ειλικρινές ευχαριστώ, ένα ευχαριστώ προσωπικό, στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε όλες και όλους εσάς, στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, για την τεράστια τιμή να είμαι σήμερα ένας εκ των ομιλητών σε αυτήν την ξεχωριστή εκδήλωση, εκπροσωπώντας παράλληλα την Ελληνική Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα ήθελα επίσης να συγχαρώ τον Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων για αυτή την πρωτοβουλία.

Η αλήθεια είναι ότι μέσα σε λίγη ώρα και μέσα από τις ομιλίες αλλά και τους συμβολισμούς αυτή η εκδήλωση, -γιατί θεωρώ ότι οι συμβολισμοί τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, είναι πολύ πιο δυνατοί από τις ομιλίες-, περικλείει ταυτόχρονα όλα τα μεγάλα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, κυβερνήσεις και της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και πολλές από τις λύσεις, αναδεικνύοντας όμως και τους μεγάλους πρωταγωνιστές.
Πολύ σημαντικό λοιπόν, μερίδιο αυτής της καθημερινής μάχης και των επιτυχιών απέναντι στα fake news, τα οποία πολύ φυσικά αναφέρθηκαν σε πολλές ομιλίες, έχουν οι δημοσιογράφοι. Θέλω λοιπόν πριν να σας πω δύο λόγια, ψάχνοντας να μιλήσω όσο γίνεται περισσότερο μέσα από την καρδιά μου και από όσα βιώνω από τα καθήκοντά μου, να συγχαρώ τα πρόσωπα τα οποία θα βραβευθούν, να συγχαρώ και όλες και όλους όσους διοργάνωσαν αυτή την εκδήλωση, αξιολόγησαν το έργο, το ιερό έργο των δημοσιογράφων και πλέον έχουν καταστήσει θεσμό αυτή την πρωτοβουλία.
Θα προσπαθήσω να σας μιλήσω όσο πιο σύντομα μπορώ με τις δύο ταυτόχρονες ιδιότητες που έχω, μετά την πολύ τιμητική εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού της Ελλάδας, του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Θα με καταλάβει και ο ομόλογός μου, ο κ. Λετυμπιώτης, για αυτό το οποίο θα πω. Και μια παρένθεση: Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα διεκδικητικοί και αυτό σας τιμά, είναι και εδώ διεκδικητικοί. Και αυτό σημαίνει ότι κάνετε σωστά τη δουλειά σας για τα συμφέροντα των συναδέλφων σας. Θα μιλήσω με δύο παραδείγματα.
Τις τελευταίες δύο από τις τρεις ανακοινώσεις που κληθήκαμε να βγάλουμε ως κυβέρνηση δι’ εμού, ήταν για να αντιμετωπίσουμε πρωτοφανή ψέματα. Η μία αφορούσε την υποτιθέμενη εξαήμερη εργασία που νομοθετήθηκε στην Ελλάδα, το οποίο δεν ισχύει και μάλιστα, σημείο- σημείο προσπαθήσαμε και η Υπουργός Εργασίας και όλα τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης να εξηγήσουμε. Και η δεύτερη ήταν εχθές και σήμερα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και από εμένα στη συνέχεια, για την υποτιθέμενη απαγόρευση τηλεοπτικής κάλυψης δικών. Μάλιστα, στη δεύτερη περίπτωση, η αντιπολίτευση έβγαλε ανακοίνωση για ένα νόμο που είχε ψηφιστεί το 2002 και μια τροποποίηση πάνω στο νόμο αυτό, που δεν άλλαζε καθόλου το νόμο, την οποία τροποποίηση ψήφισε και η ίδια.
Αυτό μπορεί να έχει μία πλευρά, την πλευρά της διακίνησης των fake news, της παραπληροφόρησης. Υπάρχει και μια άλλη όμως ανάγνωση, μια άλλη οπτική η οποία έχει να κάνει με το ότι χάνεται πολύτιμος χρόνος για τους πολίτες. Χάνεται πολύτιμος χρόνος σε μία στείρα αντιπαράθεση που δεν οδηγεί πουθενά.
Αυτή η στείρα αντιπαράθεση προφανώς δεν είναι καθόλου, μα καθόλου αθώα. Αυτή η διάθεση έχει μία πολύ συγκεκριμένη ιδιοτέλεια. Ανέφερε αυτή τη λέξη ο κ. Πρόεδρος, ο κ. Χριστοδουλίδης στην ομιλία του: Ισοπέδωση.

Η ισοπέδωση προφανώς είναι προς τα κάτω. Και η ισοπέδωση προς τα κάτω έχει ως στόχο την αποφυγή της μεγάλης συζήτησης, η οποία αφορά τα προβλήματα των πολιτών. Γιατί τα λέω όλα αυτά και γιατί αυτό αφορά την ιδιότητά μου ως Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, αρμόδιου για τα θέματα τύπου; Γιατί σε όλο αυτό το μεγάλο πρόβλημα, οι μόνοι που μπορούν να δώσουν ουσιαστική απάντηση είναι οι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι είναι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν με αξιόπιστο τρόπο δύο πράγματα. Το πρώτο είναι να αντιμετωπίσουν ένα ψέμα.
Εμείς προφανώς έχουμε καθήκον να εφοδιάσουμε τους δημοσιογράφους με αξιόπιστη πληροφορία. Αλλά όσες φορές και να τα πούμε οι πολίτες θα πιστέψουν πολύ περισσότερο ένα αξιόπιστο ρεπορτάζ.
Το δεύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να αναδείξουν αυτά που πραγματικά αφορούν τους πολίτες. Τα αληθινά τους προβλήματα. Τα προβλήματα της καθημερινότητάς τους. Τις αγωνίες τους για την εσωτερική αλλά και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας.
Αυτός λοιπόν είναι και ο λόγος που θεωρώ ότι τα καθήκοντα που επιτελώ είναι ιδιαιτέρως δημιουργικά αλλά και σημαντικά.
Και για να μην σας κουράζω, θα σας πω πέραν της πολύ σημαντικής στήριξης των Μέσων με οριζόντιο και δίκαιο τρόπο, προβήκαμε -τους τελευταίους μήνες που έχω την τιμή να ηγούμαι μιας ομάδας, μετά από τις οδηγίες του Πρωθυπουργού, που χειρίστηκε τα ζητήματα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης-, σε μια σειρά από σημαντικές παρεμβάσεις, οι οποίες έχουν θετικό αντίκτυπο στα Μέσα. Όπως η κατάργηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης για τους δημοσιογράφους, όπως η αυστηροποίηση όλων των ποινών για αδικήματα που υποκινούν βία και μάλιστα τη θέσπιση ενός ιδιώνυμου αδικήματος απειλής στο νέο αθλητικό νόμο που συζητήσαμε πριν από μερικούς μήνες.
Μια καινοτομία το Μητρώο Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου το οποίο μάλιστα συνεχώς αναβαθμίζεται. Πλέον στην Ελλάδα, κάθε Μέσο οφείλει να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές που έχουν να κάνουν με την διαφάνεια του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, έναν ελάχιστο αριθμό δημοσιογράφων αλλά και την πλήρη συμμόρφωση με το σύνολο των επιμέρους κανόνων Δικαίου στη χώρα, ώστε να παίρνει έστω και ένα ευρώ κρατικής επιχορήγησης και λοιπών προγραμμάτων. Ουσιαστικά δηλαδή μπήκε μία τάξη που δεν υπήρχε για ολόκληρες δεκαετίες στη χώρα.
Υπογράψαμε συλλογικές συμβάσεις εργασίας με το σύνολο των δημοσιογράφων που απασχολούνται στον Δημόσιο Τομέα, ενώ τρέχουμε μια σειρά πρωτοβουλίες, όπως ειδική διδασκαλία, μαθημάτων στα σχολεία, την συμμόρφωση μέσω μιας ομάδας στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, της Task Force σε συνεργασία με την αρμόδια Επίτροπο της Κομισιόν την κυρία Γιούροβα. Αλλά και μια σειρά από παρεμβάσεις οι οποίες έχουν ως στόχο η Ελλάδα να απαντήσει με πράξεις, όχι με ωραία λόγια, σε μια προπαγάνδα, η οποία προσπαθεί να αποκτήσει σάρκα και οστά από διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις, με την «πολύτιμη», εντός εισαγωγικών, δυστυχώς, -καθόλου τιμητικό για την Ελλάδα- συμβολή, κομμάτων της Αντιπολίτευσης. Που δεν αρκούνται στη διατύπωση κατηγοριών κατά της κυβέρνησης, επεκτείνουν αυτές τις κατηγορίες και κατά της χώρας τους, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια εικόνα για την Ελλάδα, η οποία είναι εντελώς αντίθετη με την εικόνα που προκύπτει από τον ΟΟΣΑ, από την αρμόδια Έκθεση της Ευρωταϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου.
Γιατί σκεφτείτε ότι οι ίδιοι οι υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης, όταν αποχώρησαν, μίλησαν για παρα – υπουργείο Δικαιοσύνης και για έλλειψη ενός στιβαρού και κατοχυρωμένου Κράτους Δικαίου. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο πρώην υπουργοί, να καταδικάζονται για πολύ σοβαρά αδικήματα.
Όλο αυτό εμείς προσπαθήσαμε να το αλλάξουμε με πράξεις, οι οποίες προφανώς είναι ευρύτερες του δικού μου πεδίου, όπως η ενίσχυση των κανόνων διαφάνειας, η καλύτερη νομοθέτηση και μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες, που ξεκινάνε από τη Δικαιοσύνη, καταλήγουν στην προστασία του πολίτη και που έχουν να κάνουν κυρίως με συνέργειες μεταξύ υπουργείων.
Ο δεύτερος μου ρόλος έχει να κάνει με την εκπροσώπηση της κυβέρνησης. Εδώ λοιπόν θα σας πω με πολύ λίγα λόγια, θα το αντιληφθείτε, γιατί πολλά από αυτά τα τρέχουν μαζί η Ελλάδα και η Κύπρος, η Κύπρος και η Ελλάδα.
Η Ελλάδα, πριν από κάποια χρόνια, τον Ιούλιο του 2015, είχε μία αγωνία αν θα μείνει στην Ευρώπη. Αυτό δεν ήταν για μας δεδομένο, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν, είχαμε πρωταγωνιστήσει στους αγώνες στην Ευρώπη και στις μεγάλες νίκες της Ευρώπης. Πέρασαν πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Ήρθε στην εξουσία αυτή η κυβέρνηση και έβαλε ως βασικό στόχο την ισχυροποίηση της χώρας. Την ισχυροποίησή της και εντός και εκτός συνόρων.
Μέσα σε πέντε χρόνια η κυβέρνηση της Ελλάδας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει καταφέρει η ελληνική οικονομία, -ξεκινάω με αυτό γιατί έχει να κάνει με την καθημερινότητα των πολιτών-, να επιστρέψει, να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, να ανακτήσει στην πραγματικότητα την αξιοπιστία της και σιγά σιγά, μειώνοντας το χρέος ως προς το ΑΕΠ, -γιατί και η δική μου και η νεότερη γενιά πλήρωσε πολύ ακριβά την λογική της πλειοδοσίας-, να αυξήσει τους μισθούς, 20% το μέσο μισθό, 28% τον κατώτατο μισθό και να προσπαθούμε και με αυτόν τον τρόπο να αντιμετωπίζουμε έτσι και την πολύ μεγάλη ακρίβεια που υπάρχει και είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν και οι Έλληνες πολίτες, να μειώσει την ανεργία κατά 8 μονάδες, -400.000 νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν σε πέντε χρόνια- να εκσυγχρονίσουμε το κράτος. Έχουμε καταφέρει να έχουμε πλέον 1820 ψηφιακές υπηρεσίες σε μια χώρα που πρακτικά ο όρος ψηφιακής διακυβέρνησης ήταν άγνωστος, δεν υπήρχε μια ψηφιακή πολιτική στην Ελλάδα. Έχουμε καταφέρει όμως και πολλά στην εκπαίδευση, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πήραμε το παράδειγμα της Κύπρου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, μετά από περίπου 50 χρόνια, αλλά και προχωρήσαμε στην ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστήμιου με πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση, ενίσχυση των φοιτητικών στεγαστικών επιδομάτων, ανακαίνιση φοιτητικών εστιών, δημιουργία νέων φοιτητικών εστιών. Μειώσαμε πάνω από 50 φορολογικούς συντελεστές και συνεχίζουμε, σε μια χώρα, που είχαμε μάθει μόνο να αυξάνονται οι φόροι. Αντιμετωπίσαμε και συνεχίζουμε και αντιμετωπίζουμε, να δίνουμε την καθημερινή μάχη του μεταναστευτικού και προσφυγικού, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γνωρίζω πολύ καλά τις μάχες που έχει δώσει και ο Έλληνας Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αθόρυβα και στην πρώτη γραμμή και με αποτέλεσμα.
Κύριε Πρόεδρε, δίνουμε πολύ μεγάλη έμφαση στην ενδυνάμωση της χώρας στο εξωτερικό και όχι μόνο ως προς το μεταναστευτικό αλλά ως προς όλα τα μεγάλα θέματα, τα οποία απασχολούν τον κόσμο και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Πριν από λίγες μέρες, ο πρώην Πρωθυπουργός της Ιταλίας Ενρίκο Λέττα, σε ένα τραπέζι διαλόγου με τον Πρωθυπουργό στον Economist, είπε ότι η Ελλάδα από εκεί που ήταν το πρόβλημα της Ευρώπης, κάθεται στο τραπέζι της εξεύρεσης λύσεων. Κάποτε λέγαμε «να μείνουμε στην Ευρώπη», τώρα πρέπει να προσπαθούμε να γίνουμε σε όλα Ευρώπη και γιατί όχι, σε κάποιες τομείς να ξεπεράσουμε και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αυτό το οποίο όμως ήθελα να πω κλείνοντας, επιστρέφοντας σχετικά από εκεί που ξεκίνησα, θα αναφερθώ στο Μεγαλόνησο. Ίσως ελάχιστα το έχω συζητήσει, με καλούς φίλους, τα συναισθήματα που νιώθω όταν έρχομαι εδώ, δεν συγκρίνονται με τα συναισθήματα που μπορεί να έχουν σε οποιαδήποτε άλλη επίσκεψή μου.
Ξέρετε, οι δεσμοί που με συνδέουν με την Κύπρο είναι πολύ δυνατοί. Ο αείμνηστος πεθερός μου έλκει την καταγωγή του από την Μονή Μαχαιρά. Πολλοί καλοί μου φίλοι, από τη Νομική της Θράκης, είναι από εδώ, από την Κύπρο.
Είναι δεδομένο ότι τους δύο λαούς μας τους ενώνει η εθνική καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία και χιλιάδες χρόνια κοινής πορείας στην ιστορική διαδρομή. Σε λίγες μέρες, όπως πολύ σωστά είπατε κύριε Πρόεδρε, συμπληρώνονται ακριβώς 50 χρόνια από τη βάρβαρη εισβολή του Αττίλα, που προκάλεσε τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Κύπρου, με χιλιάδες νεκρούς πρόσφυγες και αγνοούμενους. Μισό αιώνα μετά, τα τραύματα στην εθνική συλλογική συνείδηση παραμένουν ανοιχτά και το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει ένα διεθνές ζήτημα παράνομης εισβολής και κατοχής κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών και του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Για την Ελλάδα, η επίλυση του Κυπριακού ζητήματος αποτελεί κορυφαία εθνική προτεραιότητα. Σε συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία εργαζόμαστε συστηματικά για τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα επιτρέψουν την εξεύρεση δίκαιης βιώσιμης, λειτουργικής και αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Μιας λύσης η οποία θα λαμβάνει υπόψη της την ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα την απαλλάσσει από τα κατοχικά στρατεύματα και το αναχρονιστικό σύστημα των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων. Μιας λύσης Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή καμία προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων επί του εδάφους και δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση για σενάριο δύο κρατών.
Αθήνα και Λευκωσία, Λευκωσία και Αθήνα πηγαίνουν χέρι-χέρι σε όλα τα διεθνή fora για να πέσει επιτέλους το τείχος της ντροπής και η Λευκωσία να πάψει να είναι η τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης».