16 Αυγούστου, 2022

Ψήφισμα – καταπέλτης για τον νόμο Κεραμέως για τα AEI από το RACSE – ANESC

Την έντονη ανησυχία του για το μέλλον του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελλάδα εκφράζει με ψήφισμά του το Ακαδημαϊκό Δίκτυο για τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και τα Κοινωνικά Δικαιώματα, μέσα από τεκμηριωμένες θέσεις που αποκαλύπτουν τις παραβιάσεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου που κρύβονται πίσω από τις διατάξεις του νέου σχεδίου νόμου για τα ΑΕΙ της Νίκης Κεραμέως.

Το Δίκτυο είναι ανεξάρτητος φορέας με συμβουλευτικό ρόλο στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Αριθμεί γύρω στα 200 μέλη, από 14 χώρες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ακαδημαϊκοί, ερευνητές αλλά και εμπειρογνώμονες, πρώην πρόεδροι και μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων.

Πέρα από τις επιστημονικές του δραστηριότητες, παρεμβαίνει δημόσια σε ζητήματα προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και διάδοσης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και παρέχει νομική αρωγή τόσο στις υπηρεσίες του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και σε συνδικάτα και ΜΚΟ στη διαδικασία των συλλογικών προσφυγών.

Αναλυτικά το ψήφισμα του RACSE-ANESC:

«Τα μέλη του Ακαδημαϊκού Δικτύου για τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και τα Κοινωνικά Δικαιώματα (RACSE-ANESC) εκφράζουν τη βαθιά τους ανησυχία για το μέλλον της δημοκρατικής λειτουργίας και για την επιβίωση του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελλάδα.

 
Συμμερίζονται τη γενική αγανάκτηση που προκλήθηκε στην ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά και διεθνώς, μετά την πρόσφατη σύσταση με νόμο ειδικής αστυνομικής δύναμης για την επιτήρηση των πανεπιστημιακών κτιρίων και πανεπιστημιουπόλεων. Η αποστολή για το σκοπό αυτό περισσότερο από χιλίων αστυνομικών, οπλισμένων με «αστυνομικές ράβδους», εντός των ελληνικών πανεπιστημίων είναι ένα πρωτοφανές μέτρο καταπάτησης των ελευθεριών, αντίθετο με τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου που αποτελούν τα ίδια τα θεμέλια του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. το άρθρο 3 του Καταστατικού του). Η ποινικοποίηση της πανεπιστημιακής ζωής, μέσω της βίαιης, ενίοτε και αιματηρής καταστολής των κινημάτων των φοιτητών και του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, καθώς και η αναχαίτιση κάθε μορφής διαμαρτυρίας στο ελληνικό πανεπιστήμιο, είναι πρακτικές που δεν συνάδουν με ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την κατάργηση στην πράξη του πανεπιστημιακού ασύλου, όπως αυτό είχε καθιερωθεί στην Ευρώπη ιστορικά και αδιάλειπτα από το 13ο αιώνα.

Αντιτίθενται στην πρωτοφανή υπονόμευση, στη βάση του σχεδίου νόμου με τίτλο «Νέοι ορίζοντες για τα ΑΕΙ», της ιδιότητας του αυτόνομου δημόσιου λειτουργού των διδασκόντων και ερευνητών και γενικότερα του καθεστώτος του δημόσιου πανεπιστημίου, με όλα τα προνόμια ανεξαρτησίας και ακαδημαϊκής ελευθερίας, τις εγγυήσεις για ίσες ευκαιρίες και τις υψηλές απαιτήσεις για ποιότητα και επιστημονική δεοντολογία για τα οποία φημίζεται. Αυτή η αμφισβήτηση είναι ένα από τα θλιβερά συμπτώματα μιας ευρύτερης προοπτικής διάλυσης και προγραμματισμένης ιδιωτικοποίησης ολόκληρου του δημόσιου τομέα, που μοιάζει καταδικασμένος σε έναν αργό αλλά βέβαιο θάνατο μέσα από την προοδευτική κατάργηση των μέσων λειτουργίας και επιβίωσής του. Αποφασισμένη χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη, δηλαδή τα ίδια τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, αυτή η προαναγγελθείσα αλλαγή καθεστώτος μαρτυρεί μια άνευ προηγουμένου περιφρόνηση της αποστολής τους, ιδίως όσον αφορά τις μελλοντικές γενιές, και ως εκ τούτου συνιστά παραβίαση των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρα 9 και 10 του Αναθεωρημένου Χάρτη), καθώς και του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων (γενική αρχή 1).

Αποδοκιμάζουν την επισφάλεια της σταδιοδρομίας των διδασκόντων και ερευνητών, με την άρση του καθεστώτος μονιμότητας των επίκουρων καθηγητών και με την εισαγωγή νέων μορφών απασχόλησης του διδακτικού προσωπικού στη βάση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου – δημιουργώντας έτσι πανεπιστημιακούς μιας χρήσης, χωρίς καμιά υπόσχεση μονιμοποίησης. Παράλληλα, στο όνομα μιας ασαφώς προσδιορίσιμης αποτελεσματικότητας και ελκυστικότητας, το σχέδιο νόμου θέτει φρένο στη δημόσια χρηματοδότηση των ερευνητικών προγραμμάτων, υποβάλλοντάς τα σχεδόν αποκλειστικά σε χρηματοδότηση μέσω προκηρύξεων, με ασαφή κριτήρια και με αβέβαια αποτελέσματα για τους κλάδους που θεωρούνται λιγότερο «κερδοφόροι», όπως αυτοί των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Επιπλέον, η θέσπιση διδάκτρων για ορισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα, όπως επίσης και η καθιέρωση ξεχωριστής κατηγορίας «βιομηχανικών διδακτορικών» – πρωτοφανούς στην Ευρώπη – επιβεβαιώνει τον κατακερματισμό της έρευνας και της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την άνευ προηγουμένου υποταγή τους στους νόμους της αγοράς. Πέρα από τις κοινωνικές ανισότητες που δημιουργούνται και τροφοδοτούνται από αυτές τις νέες ρυθμίσεις, περιφρονείται η ίδια η ουσία του δικαιώματος στην ανώτατη εκπαίδευση, όπως αυτό κατοχυρώνεται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και κυρίως στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα ( άρθρο 13 παρ. 2 (γ)), με την εξής διατύπωση: «Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα, ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας».

Καταγγέλλουν την κατάργηση των δημοκρατικών διαδικασιών εκλογής και εκπροσώπησης στα πανεπιστημιακά όργανα, ιδίως την κατάργηση της εκλογής του Πρύτανη και των Κοσμητόρων από όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθώς και τη συρρίκνωση των φοιτητικών πολιτικών οργανώσεων προς όφελος μιας ενιαίας και περιορισμένης εκπροσώπησης – μια σειρά αντιδημοκρατικών ρυθμίσεων που σκοπό έχουν να καθιερώσουν ένα μοντέλο πανεπιστημίου-επιχείρησης, σε βάρος του πλουραλισμού, της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της συνδικαλιστικής ελευθερίας, όπως αυτές κατοχυρώνονται ιδίως στη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άρθρο 11) και στον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (άρθρα 5 και 6).

Ζητούν τη διοργάνωση δημόσιας καθολικής διαβούλευσης για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα, προκειμένου να τεθούν συλλογικά και δημοκρατικά οι βάσεις για μια δίκαιη μεταρρύθμιση με σεβασμό στις δημόσιες ελευθερίες, ανάλογης της αποστολής που έχει αναλάβει η ακαδημαϊκή κοινότητα.

Αποφασίζουν να συνταχθούν με το σύνολο των αιτημάτων που έχει εκφράσει τις τελευταίες μέρες η ακαδημαϊκή κοινότητα στην Ελλάδα και να κινητοποιηθούν στο πλευρό της για να υπερασπιστούν τα δημοκρατικά κεκτημένα της ανώτατης εκπαίδευσης που απειλούνται σοβαρά.

Εμείς, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ερευνητές και επαγγελματίες νομικοί, μέλη του Ακαδημαϊκού Δικτύου για τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και τα Κοινωνικά Δικαιώματα (RACSE-ANESC), παραμένουμε ουσιαστικά πιστοί σε ένα ανθρωπιστικό όραμα για το πανεπιστήμιο – ένα πανεπιστήμιο που νοείται και βιώνεται ως χώρος ανοιχτός, ως χώρος διαλόγου και αντιπαράθεσης με το λόγο και το πνεύμα, με τα διαρκή ερωτήματα της επιστήμης και το μοίρασμα της γνώσης. Ένα πανεπιστήμιο που δε φοβάται τη συζήτηση, που εμπλουτίζεται από τις αντιφάσεις και που ξέρει να επιλύει τις συγκρούσεις με τη δύναμη των επιχειρημάτων και των ιδεών. Ένα πανεπιστήμιο στην υπηρεσία του πολιτισμού, κληρονομιά για τις μελλοντικές γενιές».

madata.gr